Η δόξα μας και οι «θυσίες” μας

Το θέμα της προτροπής μου είναι: «Η δόξα μας και οι ‘θυσίες’ μας». Κατά γενικόν κανόνα, οι γνώσεις μας, τα διπλώματά μας, οι ικανότητές μας, τα χαρίσματά μας, η εργασία μας και τα αγαθά μας αποτελούν, συνήθως, αντικείμενο της δόξης μας. Οι επιτυχίες μας αποτελούν τη βάση της εσωτερικής ικανοποιήσεως και καυχήσεώς μας έναντι των άλλων. Είναι όμως πνευματικά επιτρεπτόν και ωφέλιμο γιά τους χριστιανούς να συμπεριφέρονται έτσι; Ας ρίξουμε μιά ματιά σε ό,τι λέγει η Βίβλος: «Διότι το καύχημα ημών είναι τούτο, η μαρτυρία της συνειδήσεως ημών, ότι εν απλότητι και ειλικρινεία Θεού, ουχί εν σοφία σαρκική, αλλ’ εν χάριτι Θεού επολιτεύθημεν εν τω κόσμω, περισσότερον δε προς εσάς.» (2Κορ.1:12). Συνεπώς, η δόξα μας εξαρτάται από την «απλότητα και ειλικρίνεια» μας ενώπιον του Θεού!

Το εδάφιο αυτό αποτελεί τη βασική αρχή συμπεριφοράς μας ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Υπάρχει ένα άλλο εδάφιο πολύ σχετικό στους Ψαλμούς που λέγει: «Οι οφθαλμοί μου θέλουσιν είσθαι επί τους πιστούς της γης, διά να συγκατοικώσι μετ’ εμού· ο περιπατών εν οδώ αμώμω, ούτος θέλει με υπηρετεί.» (Ψαλ.101:6). Αυτό το εδάφιο σημαίνει ότι μόνον η διακονία του υπηρέτου που ‘περιπατεί εν οδώ αμώμω’ ή τελεία είναι δεκτή εις τον Χριστόν και ότι μπορεί να κατοικεί μαζί Του! Αυτό το εδάφιο δεν ομιλεί περί «αναμαρτησίας». Σημαίνει απλούστατα την ειλικρίνεια και την καθαρότητα των κινήτρων μας και ιδιαιτέρως την αγάπη μας γιά την αλήθεια και γιά τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Οποίον προνόμιον να έχει κανείς μιά καρδιά ειλικρινή με πληροφορία πίστεως που να συμβαδίζει με μιά καρδιά καθαρισμένη από συνείδηση πονηρή! (Εβρ.10.22). Πηγή πάσης ευλογίας! Μπορούμε, συνεπώς, να συμπεράνωμε ανέτως ότι το έργον του Θεού γίνεται στην πραγματικότητα από τα τέκνα του Θεού που είναι πιστά σ’Αυτόν και που ενεργούν με τον τρόπον του Θεού! Κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικός υπηρέτης Θεού εάν δεν είναι γνήσιο τέκνον Θεού, δεν διάγει αγία ζωή και δεν οδηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ.8:9). Άλλως, η διακονία του είναι κατά σάρκα και η σοφία του είναι σαρκική. «Κατά συνέπεια, ο πρώτος απαιτούμενος όρος είναι η αγαθή συνείδηση τόσον γιά μιά ευλογημένη πνευματική ζωή όσον και γιά μιά διακονία ευδοκιμούσα» (2Κορ.1:12 και 1Τιμ.1:19).

Η καλή συνείδηση δεν είναι μόνον, το πλέον σοβαρό καθήκον μας (1Τιμ.1:5), αλλά είναι επί πλέον, ο μόνος, ο μοναδικός λόγος γιά προσωπική μας καύχηση. Δεν μπορούμε να καυχηθούμε γιά την αύριον ημέρα, διότι δεν ξεύρομε τι θα γεννήσει η ημέρα (Παρ.27:1 και Ιακ.4:l3-14). Δεν μπορούμε να καυχηθούμε στη σωτηρία μας γιατί είναι δώρο Θεού: έχομε σωθεί με τη χάρη Του. Το γεγονός ότι μπορούμε να καυχηθούμε στον σταυρόν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διά του οποίου ο κόσμος σταυρώθηκε ως πρός εμάς και εμείς ως προς τον κόσμον (Γαλ.6:14), το ό,τι μπορούμε να καυχηθούμε ότι εννοούμε και γνωρίζομε Αυτόν ότι Εκείνος είναι που κάνει, κρίσιν και δικαιοσύνην επί της γης (Ιερ.9:23-24), όλα αυτά δεν συνιστούν προσωπική καύχηση. Καυχώμεθα απλώς εν Κυρίω (1Κορ.1:31). Λοιπόν, η μόνη προσωπική καύχηση είναι η αγαθή συνείδηση που κάνει πάντοτε ηθικές εκλογές! Ο Θεός που μας καλεί να έχουμε μιά τέτοια μαρτυρία γνωρίζει ότι είναι εφικτή! Μας έχει ήδη δώσει τα αναγκαία πνευματικά μέσα γιά την εκπλήρωση του θελήματός Του. Εκείνος που μας καλεί να έχουμε μιά τέτοια μαρτυρία Εκείνος είναι που θα την εκπληρώσει. Η μεγαλύτερη χαρά μας μπροστά στον θρόνον Του θα είναι η επίγνωση της συνειδήσεώς μας ότι ζήσαμε τη ζωή μας με «απλότητα και ειλικρίνεια» γιά τον Σωτήρα μας.

Κατά συνέπεια, το «…τέλος της παραγγελίας είναι αγάπη εκ καθαράς καρδίας και συνειδήσεως αγαθής και πίστεως ανυποκρίτου» (1Τιμ.l:5). Ναι, μιά τέτοια πίστη και μιά τέτοια αγαθή συνείδηση, την οποία επειδή μερικοί απέβαλαν εναυάγησαν στην πίστη (1Τιμ.1:19). Όταν η συνείδηση κάποιου έχει διαφθαρεί, τότε η πίστη του, η ζωή της προσευχής του, η κοινωνία του με τον Θεόν και με τους συνανθρώπους του, ως επίσης και όλη του η ζωή ζημιώνονται σοβαρά (Τιτ.1:15-16). Πόσον λυπηρόν είναι να βλέπεις χριστιανούς οι οποίοι – με μιά ελαφρότητα που ντροπιάζει – δεν σέβονται ούτε τις γραπτές ούτε τις προφορικές τους υποσχέσεις. Πολύ περισσότερο όταν αναλαμβάνουν ενώπιον του Θεού ιερές διακονίες και τις αμελούν! Μήπως μπορώ να ισχυρισθώ ότι έχω καθαρή συνείδηση όταν ξεύρω να κάμνω το καλόν και δεν το κάμνω; Δεν είναι γιά μένα γνωστή αμαρτία; (Ιάκ.4:17). Μπορώ να καυχώμαι ότι έχω καλή συνείδηση όταν δίδω την προσφορά μου στο θυσιαστήριο, παραδείγματος χάρη, τα δέκατά μου και εκεί θυμηθώ ότι ο αδελφός μου έχει κάτι κατ’εμού (Ματ.5:23) και δεν προσπαθήσω να κάνω ειλικρινή συμφιλίωση; Πώς μπορώ να ισχυρισθώ ότι έχω καλή συνείδηση ενώ, όταν, ελεγχόμενος γιά αμαρτία μου ή γιά κακή συμπεριφορά μου, αντί να παραδεχθώ ταπεινά την αμαρτία μου ή την κακή συμπεριφορά μου, αποφεύγω συστηματικά κάθε επαφή ή ακόμη και χαιρετισμό με το πρόσωπο που με έχει ελέγξει; Εάν πιστεύω ότι με αδίκησαν γιατί δεν προσπαθώ να υπερασπισθώ τον εαυτόν μου εξηγώντας ή διαμαρτυρόμενος εναντίον της άδικης εναντίον μου κατηγορίας; Πώς μπορώ να ισχυρισθώ ότι έχω καλή συνείδηση ενώ δεν σηκώνω τον σταυρόν μου και δεν ακολουθώ τον Ιησούν με πιστότητα; Μήπως μπορώ να είμαι μαθητής Του; Ο Κύριος προστάζει εκείνον που θέλει να περπατά με ακεραιότητα να λέγει την αλήθεια μέσα στην καρδιά του με ειλικρίνεια και ταπείνωση.

Εάν ο Κύριος μας ζητά να έχουμε καθαρή συνείδηση τούτο είναι χρέος μας και είναι δυνατόν. Πρέπει λοιπόν να επιστρατεύσουμε όλες τις δυνάμεις μας γι’αυτό. Εάν όχι, εάν η καρδιά μας μας κατακρίνει, δεν μπορούμε να λάβουμε από τον Θεόν ό,τι του ζητάμε (1Ιωάν.3:20-22). Τούτο μπορεί να καταλήξει σε μιά συνείδηση καυτηριασμένη που γίνεται υποκριτική, σιωπηλή και αναίσθητη ως προς πολλά πράγματα (1Τιμ.4:2). Τότε, ο πιστός έχει την τάση να δικαιολογεί τις πράξεις του και τις παραλείψεις του. Η θέλησή του να ακολουθεί τον Κύριον ακόμα και σε μικροπράγματα βρίσκεται σε κρίση. Όταν ένας άνθρωπος αποφεύγει τις υποδείξεις της συνειδήσεώς του και αντιστέκεται στο φως, καλύπτεται από σκότος κατά το μέτρο που κάνει την συνείδησή του να σιωπά. Τούτο ισχύει και για μιά εκκλησία. Μπορεί τα μέλη της να πιστεύουν ότι προχωρούν, ακριβώς διότι έχουν λιγότερο και λιγότερο το αίσθημα της αμαρτίας: Αυτή η ψευδαίσθηση μπορεί να αποβεί μοιραία! Η τάση αυτή καταλήγει, εμμέσως, στο να βυθίζεται ο άνθρωπος στον προγραμματισμό και την υπερβολική δραστηριότητα γιά να αντισταθμίσει την έλλειψη της πνευματικότητος που του λείπει. Λάθος αριθμός! Ο σωστός αριθμός είναι η αληθινή μετάνοια και η επιστροφή! Η μετάνοια πρέπει πάντοτε να αρχίζει από εμάς τους επισήμους ή ανεπισήμους εργάτες του Θεού! Ο Ιησούς είπε: «… εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή…» (Λουκ.13:3,5).

***

Αλλά έστω και αν μπορούμε να καυχηθούμε γιά τη μαρτυρία της συνειδήσεώς μας, ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος σ’εμάς, δεν μας οφείλει κάτι! Το καλό που κάναμε, οφείλαμε να το έχουμε κάνει ή να το κάνουμε. Δεν είναι έτσι; Είμαστε «δούλοι αχρείοι». Ο μεγαλύτερος χριστιανός δεν μπορεί να λάβει μεγαλύτερον τίτλον τιμής από του να αποκληθεί «αχρείος δούλος». Ναι, ‘αχρείος δούλος’. Ποιός από μάς έκαμε πάντα τα διατεταγμένα; Ποιός; Ας σηκώσει το χέρι του! Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να ομιλούμε γιά κόστος ή για τιμή να πληρώσουμε και ιδαιτέρως γιά «θυσίες» γιά τον Χριστόν. Αν διαβάσουμε προσεκτικά την Αγία Γραφή θα διαπιστώσουμε ότι οι λεγόμενες θυσίες δεν είναι παρά «πνεύμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην…» (Ψαλ.51:17). Είναι, επίσης, πνεύμα ελεήμον και επίγνωση Θεού (Ωσηέ 6:6 και Mt.9:l3). Στην πραγματικότητα, ακόμη και με αυτές τις θυσίες, εκείνοι που «κερδίζουμε» είμαστε εμείς, εμείς είμαστε εκείνοι που «ωφελούμεθα» διότι ελκύομε έτσι την επιδοκιμασία του Θεού και τις ευλογίες Του! Ακόμη και όταν προσφέρουμε στον Θεόν θυσίαν αινέσεως, τουτέστι καρπόν χειλέων ομολογούντων το όνομα αυτού (Εβρ.13:15), ως επίσης και θυσίες ευχαριστιών και δικαιοσύνης (Ψαλ.107:22), ακόμη και αυτές τις «θυσίες» τις απαιτεί ο Θεός.

Επιπλέον, εάν ο Θεός είναι Εκείνος που ενεργεί μέσα μας το «θέλειν και το ενεργείν» (Φιλιπ.2:13), ποιές είναι οι «θυσίες» μας; Πρέπει, απλώς, να δώσουμε τη συγκατάθεσή μας σε ό,τι ο Θεός θέλει να κάνει μέσα μας και μ’εμάς. Είναι καθήκον μας! Με άλλα λόγια, η μόνη λεγομένη θυσία που μπορούμε να προσφέρουμε είναι η «υπακοή στη φωνή του Θεού». Η υποταγή είναι καλητέρα παρά την θυσίαν (1Σαμ.15:22). Με άλλα λόγια «… το να αγαπά τις αυτόν (τον Θεόν) εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της συνέσεως και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της δυνάμεως, και το να αγαπά τον πλησίον ως εαυτόν, είναι πλειότερον πάντων των ολοκαυτωμάτων και των θυσιών.» (Μάρκ.12:33). Συνεπώς, εάν ο Θεός το απαιτεί και το Άγιον Πνεύμα μας οδηγεί να κάνουμε κάτι και το κάνουμε, η δόξα ανήκει στον Θεόν που μας έδωσε το φως και την δύναμη να το εκτελέσουμε. Μη λησμονούμε ποτέ ότι κάθε φορά που εγκαταλείπομε τις αμαρτίες μας και το «εγώ» μας και υπακούομε στη φωνή του Κυρίου Ιησού, δεχόμαστε τις ευλογίες του Αγίου Πνεύματος! (Πράξ.5:36).

Η Αγία Γραφή επίσης μας λέγει: «Εκ τούτου γνωρίζομεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έβαλε· και ημείς χρεωστούμεν υπέρ των αδελφών να βάλλωμεν τας ψυχάς ημών.» (1Ιωάν.3:16). Εάν οφείλουμε να αγαπούμε τους αδελφούς μας και τις αδελφές μας όπως τους εαυτούς μας, να δίνουμε τη ζωή μας γι’αυτούς και να τους συμπαριστάμεθα, τότε πού η λεξη και η έννοια της «θυσίας» μπορούν να εφαρμοστούν; Εάν ο καθένας από μάς, αντί να κοιτάζει μόνον τα δικά του συμφέροντα, φροντίζει και τα των άλλων (Φιλιπ.2:4), που είναι η έννοια της θυσίας; Να, τί το Πνεύμα το Άγιον μας λέγει: «Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, διά των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσητε τα σώματά σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία» (Ρωμ.12:1).

Πώς μπορούμε να μιλάμε γιά θυσίες όταν αναγνωρίζουμε ότι το μεγάλο χρέος που οφείλομε στον Θεόν δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το ξεχρεώσουμε; Όταν φέρνουμε στη μνήμη μας τη μεγάλη θυσία που δέχθηκε να μας δώσει τον Υιόν Του, και Εκείνος, ο Ιησούς που άφησε τον θρόνον του Πατέρα Του γιά να κατεβεί και να παραδοθεί γιά χάρη μας; Το να ζη κανείς γιά τον Χριστόν αποτελεί προνόμιο. Πώς μπορούμε να μιλάμε γιά θυσίες όταν γνωρίζομε μετά βεβαιότητος ότι «…η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης» (2Κορ.4:17-18) και ότι κάποια μέρα «… θέλομεν είσθαι όμοιοι με αυτόν, διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι.» (1Ιωάν.3:2). Ο απόστολος Παύλος έλεγε ότι, «εκείνα, τα οποία ήσαν εις εμέ κέρδη (τα προνόμιά του), ταύτα ενόμισα ζημίαν διά τον Χριστόν· μάλιστα δε και νομίζω τα πάντα ότι είναι ζημία διά το έξοχον της γνώσεως του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου, διά τον οποίον εζημιώθην τα πάντα, και λογίζομαι ότι είναι σκύβαλα διά να κερδήσω τον Χριστόν … όστις θέλει μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών, ώστε να γείνη σύμμορφον με το σώμα της δόξης αυτού κατά την ενέργειαν, διά της οποίας δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις εαυτόν.» Γιά ποιές ‘θυσίες’, λοιπόν, ομιλούμε;

Η μόνη μεγάλη και πραγματική θυσία είναι εκείνη του Θεού Πατρός ο οποίος τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, διά να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον (Ιωάν.3:16). Η μόνη μεγάλη πραγματική θυσία είναι εκείνη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος γιά να αθετήση την αμαρτίαν διά της θυσίας εαυτού (Εβρ.9:26), αν και πλούσιος επτώχευσε γιά μας, γιά να πλουτίσωμε εμείς με την πτωχείαν εκείνου (2Κορ.8:9). Ναι, Εκείνος παρέδωσε τον εαυτόν Του γιά τις αμαρτίες μας, ο δίκαιος υπέρ των αδίκων (1Πέτ.3:18), γιά να μας ελευθερώσει από τον παρόντα πονηρό αιώνα (Γαλ.1:4) γιά να μας λυτρώσει από κάθε ανομία και να μας καθαρίσει γιά τον Εαυτόν Του λαόν εκλεκτόν, ζηλωτήν καλών έργων. Εάν ο Κύριος Ιησούς ζητά να είμαστε λαός ζηλωτής καλών έργων, μήπως η παραγωγή καλών έργων αποτελεί θυσία, καθήκον ή προνόμιον;

***

Σήμερα είναι που πρέπει να ενεργήσουμε, να προσέξουμε τη φωνή της συνειδήσεώς μας, προκειμένου να βάλουμε σε τάξη τη ζωή μας και να είμαστε άγρυπνοι σε ό,τι λέμε! Τότε ο Θεός θα μας κάνει να δούμε τη σωτηρία Του και θα μας κάνει μετόχους των όσων η σωτηρία μας περιέχει (Ψαλ.50:23). Ας έχουμε, λοιπόν, θάρρος διότι «Πιστός είναι εκείνος όστις μας καλεί, όστις και θέλει εκτελέσει.» (1Θεσ.5:24). Αμήν.

Ιωάννης ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ

 


Αφήστε μια απάντηση